Φοράς το αγαπημένο σου άρωμα πριν φύγεις από το σπίτι. Στην αρχή το αντιλαμβάνεσαι καθαρά, όμως όσο περνά η ώρα η παρουσία του μοιάζει να χάνεται. Σκέφτεσαι ότι δεν έχει καλή διάρκεια ή ότι χρειάζεσαι μερικούς ακόμη ψεκασμούς. Και τότε κάποιος σε πλησιάζει και σε ρωτάει ποιο άρωμα φοράς. Πώς γίνεται εκείνος να το μυρίζει, ενώ εσύ έχεις σχεδόν ξεχάσει ότι υπάρχει;
Μια συνηθισμένη εξήγηση είναι ότι η αντίληψή σου προσαρμόζεται στη μυρωδιά που σε συνοδεύει. Η παρατεταμένη ή επαναλαμβανόμενη έκθεση σε μια οσμή μπορεί να μειώσει την ένταση με την οποία την αισθάνεσαι. Επομένως, το ότι δεν αντιλαμβάνεσαι πια καθαρά το άρωμά σου δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι έχει εξαφανιστεί.
Στις συζητήσεις γύρω από τα αρώματα θα συναντήσεις όρους όπως «οσφρητική κόπωση», olfactory adaptation ή nose blindness. Για να το εξηγήσουμε απλά, η απόκρισή μας σε μια μυρωδιά μπορεί να μειώνεται όσο συνεχίζεται η έκθεση. Στη διαδικασία συμμετέχουν μηχανισμοί της όσφρησης και της επεξεργασίας των ερεθισμάτων στον εγκέφαλο. Η φράση «κουράστηκε η μύτη μου» περιγράφει την εμπειρία, αλλά δεν αποδίδει όλη την επιστημονική εικόνα.
Σκέψου, για παράδειγμα, ότι μπαίνεις σε έναν χώρο με χαρακτηριστική μυρωδιά. Αρχικά την προσέχεις αμέσως. Καθώς παραμένεις εκεί, μπορεί να περνά σταδιακά στο παρασκήνιο της προσοχής σου. Η εξοικείωση με ένα συνεχές οσφρητικό ερέθισμα λειτουργεί σαν φίλτρο στην πληροφορία που επεξεργαζόμαστε. Με αυτό το σκεπτικό μπορούμε να καταλάβουμε και τη διαφορά ανάμεσα σε εσένα και σε κάποιον που μόλις σε πλησίασε: εκείνος δεν έχει απαραίτητα εκτεθεί στο άρωμά σου για όση ώρα έχεις εκτεθεί εσύ.
Το θέμα αναγνωρίζεται και μέσα στην ίδια την αρωματοποιία. Στις απαντήσεις του για τη διάρκεια των αρωμάτων, ο Frédéric Malle επισημαίνει ότι άνθρωποι που φορούν το ίδιο άρωμα για μεγάλο διάστημα συχνά γίνονται λιγότερο ευαίσθητοι στη μυρωδιά του. Είναι μια χρήσιμη παρατήρηση όταν αρχίζεις να πιστεύεις ότι το αγαπημένο σου μπουκάλι ξαφνικά «δεν αποδίδει όπως παλιά».
Χρειάζεται, ωστόσο, να ξεχωρίσουμε αυτή την εξοικείωση από την εξέλιξη του ίδιου του αρώματος. Η μυρωδιά αμέσως μετά τον ψεκασμό διαφέρει από εκείνη που αντιλαμβάνεσαι αρκετές ώρες αργότερα, όταν έχουν αναδειχθεί περισσότερο η καρδιά και η βάση. Διαφορετική είναι επίσης η εμπειρία από κοντά και από απόσταση. Η πρώτη εντύπωση, λοιπόν, δεν αποτελεί σταθερό μέτρο για ολόκληρη τη διάρκεια μιας σύνθεσης.
Στην πράξη, μπορεί να συμβαίνουν δύο πράγματα μαζί: το άρωμα να έχει γίνει πιο διακριτικό και εσύ να έχεις εξοικειωθεί με την παρουσία του. Γι’ αυτό θα σου πρότεινα να αποφεύγεις τα βιαστικά συμπεράσματα. Η φράση «δεν το μυρίζω» περιγράφει αυτό που αισθάνεσαι εκείνη τη στιγμή· για να αξιολογήσεις τη διάρκειά του, χρειάζεσαι λίγη περισσότερη παρατήρηση.
Επίσης, η εξοικείωση δεν εμφανίζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις μυρωδιές. Σε μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Scientific Reports, οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν διαφορετικές οσμηρές ουσίες υπό ελεγχόμενη, συνεχή έκθεση. Η μείωση της αντιληπτής έντασης διέφερε σημαντικά μεταξύ τους. Αυτό βοηθά να καταλάβουμε γιατί δεν υπάρχει ένας καθολικός κανόνας που να λέει ότι «μετά από τόσα λεπτά σταματάς να μυρίζεις οποιοδήποτε άρωμα».
Υπάρχουν ακόμη διαφορές στην αρχική ευαισθησία μας απέναντι σε συγκεκριμένα αρωματικά υλικά. Έρευνα για ορισμένους μόσχους έχει συνδέσει γενετικές παραλλαγές οσφρητικών υποδοχέων με διαφορές στην αντιληπτή ένταση και στην ευκολία ανίχνευσής τους. Πρόκειται για διαφορετικό ζήτημα από το να συνηθίζεις μια μυρωδιά όσο τη φοράς. Αν ένα άρωμα σου φαίνεται αδύναμο από την πρώτη στιγμή, η εξοικείωση δεν είναι η μόνη πιθανή εξήγηση.
Πώς μπορείς, λοιπόν, να αποκτήσεις μια πιο χρήσιμη εικόνα; Θα ξεκινούσα ζητώντας τη γνώμη ενός ανθρώπου που δεν βρίσκεται συνεχώς δίπλα σου. Ρώτησέ τον αν αντιλαμβάνεται το άρωμα από μια φυσιολογική απόσταση συζήτησης ή μόνο όταν πλησιάζει στο σημείο εφαρμογής. Έτσι, η απάντηση γίνεται πιο συγκεκριμένη από ένα απλό «ναι, μυρίζεις». Η παρουσία κοντά στην επιδερμίδα και η αισθητή διάχυση στον χώρο είναι διαφορετικές εμπειρίες.
Μην χρησιμοποιείς την απουσία της δικής σου αίσθησης ως μοναδικό λόγο για να προσθέσεις περισσότερο άρωμα. Αν κάποιος άλλος εξακολουθεί να το αντιλαμβάνεται εύκολα, αξίζει να περιμένεις πριν ανανεώσεις. Προσωπικά, θα προτιμούσα να γνωρίσω τη συμπεριφορά μιας σύνθεσης με συγκρατημένη εφαρμογή και μερικές δοκιμές σε διαφορετικές ημέρες.
Έχει νόημα και ένα διάλειμμα από τις συνεχείς δοκιμές. Εργαστηριακή έρευνα έχει δείξει ότι, μετά τη διακοπή της έκθεσης, η αντιληπτή ένταση μιας οσμής μπορεί να ανακάμπτει, με τον χρόνο του διαλείμματος να επηρεάζει το αποτέλεσμα. Πρακτικά, θα σου πρότεινα να αφήνεις αποστάσεις ανάμεσα στις μυρωδιές που δοκιμάζεις και να αποφεύγεις να φέρνεις διαρκώς τον καρπό στη μύτη. Δεν υπάρχει, όμως, ένας εγγυημένος χρόνος «επαναφοράς» που να ισχύει για όλους.
Και οι κόκκοι καφέ που συναντάμε στα καταστήματα; Σε μια μικρή μελέτη αναγνώρισης αρωμάτων, η όσφρηση καφέ δεν έδωσε καλύτερη επίδοση από την όσφρηση λεμονιού ή απλού αέρα. Το εύρημα αφορά τη συγκεκριμένη δοκιμή και δεν αρκεί για απόλυτες γενικεύσεις. Μας δίνει, πάντως, έναν καλό λόγο να μη θεωρούμε τον καφέ αξιόπιστο «κουμπί επαναφοράς» της όσφρησης.
Υπάρχει μία ακόμη διάκριση που αξίζει να κρατήσεις. Αν παρατηρείς ξαφνική ή επίμονη αλλαγή στην όσφρησή σου που αφορά και άλλες καθημερινές μυρωδιές, καλό είναι να μιλήσεις με γιατρό ή ΩΡΛ. Μια γενικότερη μεταβολή της όσφρησης χρειάζεται αξιολόγηση και δεν πρέπει να αποδίδεται αυτόματα στην εξοικείωση με το άρωμά σου.
Για την καθημερινή επιλογή αρώματος, η πιο χρήσιμη προσέγγιση είναι να δώσεις χρόνο στη δοκιμή. Ένα δείγμα ή ένα decant σου επιτρέπει να παρατηρήσεις τη μυρωδιά σε διαφορετικές στιγμές, να συγκρίνεις τη δική σου εντύπωση με εκείνη κάποιου άλλου και να βρεις την ποσότητα που σε εξυπηρετεί. Μπορείς να απολαμβάνεις ένα άρωμα χωρίς να ελέγχεις συνεχώς αν είναι ακόμη εκεί. Όταν καταλαβαίνεις καλύτερα πώς λειτουργεί η όσφρησή σου, γίνεται ευκολότερο να το φοράς με μέτρο και να χαίρεσαι τις στιγμές που η μυρωδιά του επιστρέφει στην προσοχή σου.