Βρίσκεσαι σε ένα κατάστημα αρωμάτων. Έχεις ήδη μυρίσει αρκετά χαρτάκια, δοκιμάζεις άλλη μία σύνθεση και αρχίζεις να δυσκολεύεσαι να θυμηθείς ποια σου άρεσε περισσότερο. Κάπου εκεί εμφανίζεται ένα βαζάκι με κόκκους καφέ, μαζί με την εξήγηση ότι θα «καθαρίσει» τη μύτη σου. Είναι μια τόσο διαδεδομένη συνήθεια, ώστε εύκολα τη θεωρείς αυτονόητη. Πόσο καλά στηρίζεται, όμως, στην έρευνα;
Δεν έχουμε επαρκή τεκμηρίωση ότι οι κόκκοι καφέ λειτουργούν ως αξιόπιστο «reset» της όσφρησης. Για να καταλάβεις τι σημαίνει αυτό στην πράξη, αξίζει να δούμε πρώτα τι συμβαίνει όταν μυρίζεις διαδοχικά πολλά αρώματα.
Η όσφρησή μας προσαρμόζεται στα ερεθίσματα που δέχεται. Με τη συνεχή ή επαναλαμβανόμενη έκθεση σε μια μυρωδιά, η ένταση με την οποία την αντιλαμβανόμαστε μπορεί να μειωθεί. Στην καθημερινή συζήτηση συχνά το περιγράφουμε ως «κούραση της μύτης». Πίσω από αυτή την έκφραση βρίσκονται διαδικασίες οσφρητικής προσαρμογής και εξοικείωσης. Η μυρωδιά μπορεί να παραμένει παρούσα, ενώ εμείς της δίνουμε σταδιακά λιγότερη σημασία ή τη νιώθουμε πιο αδύναμη. Μάλιστα, η έρευνα δείχνει ότι δεν εξοικειωνόμαστε με όλες τις οσμηρές ουσίες στον ίδιο βαθμό.
Σε μελέτη του 2011 από το Beloit College, 63 φοιτητές μύρισαν επανειλημμένα τρία αρώματα. Στη συνέχεια, μύρισαν κόκκους καφέ, φέτες λεμονιού ή απλώς αέρα και κλήθηκαν να αναγνωρίσουν ένα καινούργιο άρωμα ανάμεσα σε τέσσερα. Δεν διαπιστώθηκε στατιστικά σημαντική υπεροχή του καφέ στην αναγνώριση του νέου αρώματος.
Υπάρχει, ωστόσο, ένας ουσιαστικός περιορισμός: οι ίδιοι οι ερευνητές σημείωσαν ότι η διαδικασία δεν φάνηκε να προκαλεί οσφρητική κόπωση. Επομένως, το αποτέλεσμα δεν αποδεικνύει ότι ο καφές αποκλείεται να έχει οποιαδήποτε επίδραση. Δείχνει ότι δεν πρόσφερε αποδεδειγμένο πλεονέκτημα στο συγκεκριμένο τεστ.
Το ίδιο άρθρο συνοψίζει και μια μικρότερη έρευνα του 2006, στην οποία ο καφές συνδέθηκε με διατήρηση της αντιληπτής έντασης, χωρίς καλύτερη αναγνώριση των αρωμάτων. Αυτή η διάκριση έχει σημασία: το να αισθάνεσαι μια μυρωδιά πιο έντονα δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με το να την ξεχωρίζεις καλύτερα.
Αν έχεις χρησιμοποιήσει καφέ και ένιωσες ότι σε βοήθησε, δεν χρειάζεται να αγνοήσεις την εμπειρία σου. Χρειάζεται, όμως, να ξεχωρίσεις την προσωπική αίσθηση ανανέωσης από την απόδειξη ότι η όσφρησή σου επανήλθε πλήρως. Ο καφές έχει μια χαρακτηριστική μυρωδιά που μπορείς να αναγνωρίσεις εύκολα. Το γεγονός ότι την αντιλαμβάνεσαι δεν σου λέει από μόνο του πόσο καθαρά θα αξιολογήσεις τις λεπτομέρειες του επόμενου αρώματος.
Γι’ αυτό, η δική μου συμβουλή είναι να δίνεις προτεραιότητα στο διάλειμμα από τις μυρωδιές. Η σημασία του χρόνου υποστηρίζεται και από πειραματική έρευνα: σε μελέτη για την οσφρητική προσαρμογή, μεγαλύτερα διαστήματα ανάκαμψης συνδέθηκαν με εντονότερη αντίληψη του ίδιου ερεθίσματος όταν παρουσιάστηκε ξανά. Αυτό στηρίζει την αξία της παύσης, χωρίς να μας δίνει έναν ενιαίο χρόνο που λειτουργεί για κάθε άνθρωπο και κάθε άρωμα.
Στην πράξη, όταν αισθάνεσαι ότι οι μυρωδιές αρχίζουν να μπερδεύονται, άφησε τα χαρτάκια και απομακρύνσου για λίγο από τον πάγκο των δοκιμών. Προτίμησε ένα σημείο χωρίς έντονες οσμές και ανάπνευσε φυσιολογικά. Δεν χρειάζεται να προσθέτεις συνεχώς κάποιο καινούργιο αρωματικό ερέθισμα. Αν επιστρέψεις και εξακολουθείς να δυσκολεύεσαι, μπορείς να συνεχίσεις τη δοκιμή κάποια άλλη στιγμή.
Εξίσου χρήσιμο είναι να οργανώνεις καλύτερα τις επιλογές σου. Για μια πρώτη γνωριμία, θα ξεκινούσα με δύο ή τρία αρώματα που σε ενδιαφέρουν πραγματικά. Ο αριθμός αυτός είναι μια πρακτική πρόταση οργάνωσης, όχι κάποιο επιστημονικό όριο της όσφρησης. Σου δίνει χώρο να προσέξεις το καθένα και να κρατήσεις μια σύντομη σημείωση: «φρέσκο και πράσινο», «γλυκό με βανίλια», «στεγνό και ξυλώδες». Έτσι, έχεις κάτι συγκεκριμένο στο οποίο μπορείς να επιστρέψεις.
Θα κρατούσα επίσης κάθε άρωμα σε ξεχωριστό χαρτάκι, με γραμμένο το όνομά του, και θα απέφευγα να τα φέρνω όλα μαζί κοντά στη μύτη. Μια σύντομη δοκιμή, λίγη απόσταση και μια δεύτερη προσέγγιση αργότερα βοηθούν να οργανώσεις τις εντυπώσεις σου. Αν καταλήξεις να μυρίζεις διαρκώς το ένα μετά το άλλο, γίνεται δυσκολότερο να παρατηρήσεις με ηρεμία τι σου αρέσει στο καθένα.
Αφού ξεχωρίσεις κάποια επιλογή, αξίζει να τη γνωρίσεις πάνω στο δέρμα. Η Diptyque, για παράδειγμα, συστήνει να δοκιμάζεις ένα άρωμα όπως θα το φορούσες στην καθημερινότητά σου, ώστε να παρακολουθείς την εξέλιξη και την παρουσία του. Το χαρτάκι είναι χρήσιμο για μια πρώτη επιλογή, αλλά η δοκιμή στην επιδερμίδα απαντά σε μια πιο προσωπική ερώτηση: απολαμβάνεις αυτή τη μυρωδιά όταν σε συνοδεύει;
Εδώ ένα δείγμα ή decant μπορεί να κάνει τη διαδικασία πιο εύκολη. Σου επιτρέπει να αφιερώσεις μια διαφορετική ημέρα σε κάθε άρωμα, χωρίς την πίεση να αποφασίσεις ανάμεσα σε πολλές μυρωδιές μέσα σε λίγα λεπτά. Μπορείς να παρατηρήσεις την αρχή, την εξέλιξη και την αίσθηση που σου αφήνει αργότερα, κρατώντας τη δική σου εικόνα.
Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα δεις το βαζάκι με τον καφέ, δεν χρειάζεται να το θεωρήσεις απαραίτητο μέρος της δοκιμής. Δώσε περισσότερο χώρο στον χρόνο, στις μικρές παύσεις και στις προσεκτικές συγκρίσεις. Ο στόχος είναι να φύγεις έχοντας καταλάβει ποια αρώματα σου άρεσαν και γιατί — και να θέλεις να τα μυρίσεις ξανά.