Αν διαβάζεις περιγραφές αρωμάτων, πιθανότατα έχεις συναντήσει τη λέξη animalic. Μπορεί να εμφανίζεται δίπλα σε χαρακτηρισμούς όπως «αισθησιακό», «δερμάτινο», «άγριο» ή ακόμη και «βρόμικο». Αυτές οι λέξεις δημιουργούν μια ατμόσφαιρα, αλλά συχνά αφήνουν την πιο ουσιαστική απορία αναπάντητη: τι ακριβώς μυρίζουμε όταν λέμε ότι ένα άρωμα έχει animalic χαρακτήρα;
Στην αρωματοποιία, ο όρος περιγράφει οσφρητικές εντυπώσεις που παραπέμπουν στο σώμα, στο ζωικό δέρμα, στη γούνα ή σε ζωικές εκκρίσεις. Καλύπτει ένα μεγάλο εύρος, από μια απαλή, μοσχώδη ζεστασιά μέχρι πιο έντονες και απαιτητικές μυρωδιές. Πρόκειται για έναν τρόπο να περιγράψουμε τον χαρακτήρα μιας σύνθεσης, ο οποίος μπορεί να προκύπτει και από συνθετικά υλικά.
Για να σου εξηγήσω την πιο ήπια πλευρά του, θα ξεκινούσα από την αίσθηση της ζεστής επιδερμίδας. Σκέψου μια μυρωδιά που δημιουργεί την εντύπωση της σωματικής εγγύτητας, κάτι οικείο που αντιλαμβάνεσαι όταν πλησιάζεις έναν άνθρωπο. Ο Frédéric Malle έχει χρησιμοποιήσει αντίστοιχα την εικόνα της γούνας για να περιγράψει τη ζεστασιά που μπορούν να δημιουργήσουν οι μόσχοι μαζί με αμπρέ και βανιλικές νότες. Αυτή είναι μία από τις πιο απαλές εκφράσεις του animalic.
Στην πιο έντονη πλευρά του, ο χαρακτήρας αυτός μπορεί να θυμίζει ιδρώτα, ζωικό δέρμα ή ακόμη και κοπρανώδεις οσμές. Η τελευταία περιγραφή ίσως ακούγεται παράξενη σε ένα άρθρο για αρώματα, όμως ανήκει στο λεξιλόγιο της αρωματοποιίας. Περιγράφει μια συγκεκριμένη οσφρητική απόχρωση, η οποία μπορεί να υπάρχει σε πολύ μικρή ποσότητα μέσα σε ένα πολύ μεγαλύτερο σύνολο. Το αν γίνεται ελκυστική, ενδιαφέρουσα ή δυσάρεστη εξαρτάται από τη σύνθεση και από εκείνον που τη μυρίζει.
Εδώ βρίσκεται και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της δουλειάς του αρωματοποιού: η μυρωδιά μιας πρώτης ύλης μόνης της μπορεί να διαφέρει εντυπωσιακά από την επίδρασή της μέσα σε ένα άρωμα. Μια animalic ύλη που σε μεγάλη συγκέντρωση φαίνεται απωθητική μπορεί, μέσα από την αραίωση και τον κατάλληλο συνδυασμό, να προσφέρει βάθος και μια πιο φυσική αίσθηση. Το εκπαιδευτικό γλωσσάρι του PerfumersWorld επισημαίνει ακριβώς αυτή τη μεταβολή. Μιλάμε για τη δοσολογία μέσα στη φόρμουλα, όχι απλώς για λιγότερους ψεκασμούς του τελικού αρώματος.
Η ιστορική σύνδεση με το ζωικό βασίλειο είναι πραγματική. Ο φυσικός μόσχος, το civet, το castoreum και η γκρίζα άμβρα, γνωστή ως ambergris, ανήκουν στις ζωικής προέλευσης ύλες που έχουν χρησιμοποιηθεί στην αρωματοποιία. Οι μυρωδιές τους συνέβαλαν στη διαμόρφωση του λεξιλογίου με το οποίο περιγράφουμε σήμερα αυτές τις αισθήσεις. Έτσι, μια λέξη που αρχικά συνδεόταν με την προέλευση ορισμένων υλικών απέκτησε ευρύτερη χρήση ως περιγραφή της μυρωδιάς.
Στη σύγχρονη αρωματοποιία, αντίστοιχες εντυπώσεις μπορούν να δημιουργηθούν με συνθετικά μόρια και συνδυασμούς υλικών. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Civettone, το οποίο η dsm-firmenich διαθέτει ως συνθετικό μόριο και περιγράφει ως μοσχώδες, πουδρέ και animalic. Επομένως, η παρουσία μιας ζωικής απόχρωσης στη μυρωδιά δεν αποδεικνύει ότι χρησιμοποιήθηκε ζωικό συστατικό. Αν σε ενδιαφέρει η προέλευση των υλών ή αν ένα συγκεκριμένο άρωμα είναι vegan, χρειάζεται η σχετική ενημέρωση από τον οίκο.
Μια ακόμη διάκριση που βοηθά πολύ είναι εκείνη ανάμεσα στο animalic και στο musky, δηλαδή στο μοσχώδες. Οι δύο περιγραφές μπορούν να συναντιούνται, όμως δεν ταυτίζονται. Υπάρχουν μόσχοι με καθαρό χαρακτήρα, οι οποίοι δεν δημιουργούν την έντονα ζωική εντύπωση που ίσως περιμένεις. Η IFF, για παράδειγμα, περιγράφει το Galaxolide ως καθαρό μόσχο. Η λέξη «μόσχος» σε μια αρωματική πυραμίδα, λοιπόν, δεν αρκεί για να προβλέψεις πόσο animalic θα μυρίζει η σύνθεση.
Το ενδιαφέρον συνεχίζεται και στον κόσμο των λουλουδιών. Το γιασεμί μπορεί να έχει ζωικές αποχρώσεις, παρότι μιλάμε για φυτική πρώτη ύλη. Σε αυτή τη συζήτηση εμφανίζεται συχνά το indole, ένα μόριο που υπάρχει φυσικά σε διάφορα άνθη. Χρειάζεται, όμως, ακρίβεια: η αρωματοποιός και συγγραφέας Victoria Frolova εξηγεί ότι η μυρωδιά του μεταβάλλεται σημαντικά με την αραίωση και διαχωρίζει τον indolic χαρακτήρα από άλλες, πιο ζωικές πλευρές του γιασεμιού. Οι όροι «λουλουδάτο», «indolic» και «animalic» μπορούν να συνυπάρχουν, χωρίς να σημαίνουν το ίδιο πράγμα.
Ένα χρήσιμο παράδειγμα είναι το Carnal Flower του οίκου Frédéric Malle, δημιουργία του Dominique Ropion. Στην επίσημη περιγραφή του, η τουμπερόζα παρουσιάζεται με μια εξέλιξη που συνδυάζει βοτανική φρεσκάδα, animalic χαρακτήρα και γαλακτώδεις αποχρώσεις. Αυτό βοηθά να καταλάβεις ότι μια ζωική διάσταση μπορεί να αποτελεί μέρος ενός πλούσιου λουλουδάτου αρώματος. Δεν χρειάζεται ολόκληρη η σύνθεση να θυμίζει γούνα ή δέρμα για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο.
Το Civet της Zoologist, από την αρωματοποιό Shelley Waddington, δίνει ένα διαφορετικό παράδειγμα. Ο οίκος συνδέει τον χαρακτήρα του με ζωικούς μόσχους, λουλούδια, καφέ και δερμάτινες αποχρώσεις, ενώ διευκρινίζει ότι δεν χρησιμοποιεί ζωικά προϊόντα στη συγκεκριμένη δημιουργία. Είναι μια σαφής περίπτωση στην οποία η animalic αισθητική και η προέλευση των συστατικών αποτελούν δύο διαφορετικά ζητήματα.
Πώς μπορείς, όμως, να περιγράψεις αυτή την αίσθηση με δικά σου λόγια; Θα σου πρότεινα να ξεκινήσεις από τη συγκεκριμένη εικόνα που σου δημιουργεί. Η φράση «έχει μια ζεστή μυρωδιά που μου θυμίζει επιδερμίδα» είναι πιο κατατοπιστική από το γενικό «είναι animalic». Το ίδιο ισχύει για περιγραφές όπως «η μοσχώδης βάση θυμίζει γούνα» ή «το δέρμα έχει μια ελαφρώς ιδρωμένη απόχρωση». Έπειτα, εξήγησε πόσο κυριαρχεί αυτή η πλευρά: βρίσκεται διακριτικά στο βάθος ή καθορίζει ολόκληρη την εμπειρία;
Η δική μου συμβουλή είναι να γνωρίσεις αυτές τις μυρωδιές μέσα από μικρές δοκιμές, δίνοντάς τους χρόνο πάνω στην επιδερμίδα σου. Ένα δείγμα ή ένα decant σου επιτρέπει να παρατηρήσεις την εξέλιξή τους και να βρεις ποιες εκφράσεις τους απολαμβάνεις. Μπορεί να σε κερδίσει η απαλή σωματική ζεστασιά και να μη σου ταιριάζουν οι πιο έντονες ζωικές αποχρώσεις. Αυτή η προτίμηση είναι εξίσου έγκυρη με οποιαδήποτε άλλη.
Για μένα, η αξία της λέξης animalic βρίσκεται στο ότι μας βοηθά να περιγράψουμε μια ιδιαίτερη πλευρά της μυρωδιάς: την αίσθηση του σώματος, της εγγύτητας και του ζωντανού. Όσο πιο συγκεκριμένα μαθαίνεις να την αναγνωρίζεις, τόσο πιο εύκολα καταλαβαίνεις τι σε συγκινεί σε ένα άρωμα — και μπορείς να το εξηγήσεις με λόγια που έχουν πραγματικό νόημα για σένα.